Β. Περίδης στον topfm: « «Γεφύρι της Άρτας» με ανεκπλήρωτες υποσχέσεις το Δικαστικό Μέγαρο Ρόδου (ηχητικό)

Ακούστε τις δηλώσεις του Βασίλη Περίδη στον topfm (ηχητικό)
Του Στέλιου Σαρέσκου
Η ανέγερση ενός νέου Δικαστικού Μεγάρου στη Ρόδο αποτελεί ένα από τα πιο διαχρονικά – ανικανοποίητα – αιτήματα του νομικού κόσμου της Δωδεκανήσου την τελευταία 25ετία, διάστημα στο οποίο συσσωρεύτηκαν ουκ ολίγες… ανεκπλήρωτες υποσχέσεις από υπουργούς, κυβερνητικούς παράγοντες και την Κεντρική διοίκηση.
Η δέσμευση του υπουργού Δικαιοσύνης Γιώργου Φλωρίδη, την περασμένη Δευτέρα (11/5) για «οριστική λύση στο στεγαστικό πρόβλημα των δικαστηρίων με την ανέγερση ενός υπερσύγχρονου Δικαστικού Μεγάρου», χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από το νομικό κόσμο και αναθέρμανε την ελπίδα για ένα αίσιο τέλος σε μια αλυσίδα, γεμάτη από ανέξοδες υποσχέσεις και «παχιά» λόγια χωρίς το παραμικρό αντίκρυσμα.
Ο Βασίλης Περίδης, τέως Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ρόδου (2017-2025) με 24χρονη θητεία στη διοίκηση του Δ.Σ.Ρ, μίλησε στον topfm και στην εκπομπή «Ρόδος είναι και γυρίζει», με αφορμή τις εξαγγελίες του κ. Φλωρίδη, κάνοντας μια αναδρομή των ενεργειών που έγιναν στο παρελθόν, το αποτέλεσμα των οποίων ήταν, κάθε φορά, το ίδιο… Τοποθετείται για τη νέα αναγγελία και … θυμίζει μεταξύ άλλων πως οι συναρμοδιότητες και οι τοπικές διεκδικήσεις, «τορπίλισαν» στο παρελθόν τη μοναδική φορά στην οποία η Ρόδος έφθασε κοντά σε μια βιώσιμη λύση.
«Μια πονεμένη ιστορία γεμάτη υπουργικές δεσμεύσεις»
«Η ιστορία του Δικαστικού Μεγάρου Ρόδου είναι, χωρίς αμφιβολία, μια βαθιά πονεμένη ιστορία. Σε αυτή την πορεία των 24 ετών, έχω γνωρίσει σχεδόν όλους τους υπουργούς Δικαιοσύνης που πέρασαν από το χαρτοφυλάκιο. Όλοι τους, ανεξαιρέτως, έρχονταν στη Ρόδο και υπόσχονταν ότι θα προχωρήσουν άμεσα στη δημιουργία ενός καινούργιου, σύγχρονου Δικαστικού Μεγάρου. Σήμερα, το νησί βρίσκεται μπροστά σε μια ακόμη νέα υπόσχεση. Ελπίζουμε και ευχόμαστε αυτή τη φορά η δέσμευση να υλοποιηθεί. Οφείλουμε να είμαστε αισιόδοξοι».
«Το χαμένο στοίχημα της μετεγκατάστασης στο Παλιό Νοσοκομείο»
Απαντώντας στο ερώτημα αν το νησί έφτασε ποτέ πραγματικά κοντά στην υλοποίηση αυτών των εξαγγελιών, ο κ. Περίδης αποκαλύπτει το παρασκήνιο μιας χαμένης ευκαιρίας, η οποία χρονολογείται πάνω από μία δεκαετία πριν (2013), επί προεδρίας του αείμνηστου Κώστα Σαρρή.
«Εκείνη την περίοδο είχαμε φτάσει πολύ κοντά σε συμφωνία. Το σχέδιο αφορούσε τη μετεγκατάσταση των δικαστηρίων στο κτίριο του Παλιού Νοσοκομείου της Ρόδου. Μάλιστα, το Υπουργείο Δικαιοσύνης έβλεπε πολύ θετικά αυτή την προοπτική. Είχε επισκεφθεί το νησί ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης, Χαράλαμπος Αθανασίου, ο οποίος συμμετείχε σε ευρεία σύσκεψη στα γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου, προκειμένου να «κλειδώσει» η παραχώρηση και η έναρξη των μελετών».
Το «μπλόκο» από το υπουργείο Υγείας και τον Άδωνι Γεωργιάδη
«Η προσπάθεια εκείνη, ωστόσο, προσέκρουσε σε ένα ανυπέρβλητο γραφειοκρατικό και πολιτικό εμπόδιο. Καθώς το κτίριο του Παλιού Νοσοκομείου ανήκε στην ιδιοκτησία του υπουργείου Υγείας, απαιτούνταν η σύμφωνη γνώμη της ηγεσίας του. Τότε, υπουργός Υγείας ήταν ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο οποίος αντέδρασε έντονα σε αυτή την προοπτική. Παράλληλα, υπήρξε αντίδραση και από ένα σημαντικό μέρος του τοπικού ιατρικού κόσμου. Οι γιατροί είχαν τις δικές τους προσδοκίες για τον συγκεκριμένο χώρο, θεωρώντας ότι θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη δημιουργία ενός Υγειονομικού πάρκου ή ενός σύγχρονου Κέντρου Υγείας. Το σχέδιο προέβλεπε τη μεταφορά του Πρωτοδικείου και όλων των βασικών δικαστικών υπηρεσιών στο παλιό νοσοκομείο. Στη συνέχεια, θα επισκευαζόταν το κεντρικό κτίριο στο Μανδράκι, το οποίο θα στέγαζε αποκλειστικά το Εφετείο. Αυτό ήταν το πλάνο που δεν υλοποιήθηκε ποτέ».
Από τις προσδοκίες στην απόλυτη εγκατάλειψη και το κομμάτιασμα
«Το αποτέλεσμα αυτής της εσωτερικής κυβερνητικής και τοπικής αντιπαράθεσης ήταν η πλήρης ματαίωση του σχεδιασμού. Η διαφωνία αυτή καθυστέρησε τις διαδικασίες, ακολούθησε αλλαγή της κυβέρνησης, μεσολάβησαν εκλογές και το θέμα του Δικαστικού Μεγάρου παραπέμφθηκε οριστικά στις ελληνικές καλένδες. Στην πορεία των ετών, κάποια τμήματα του παλαιού νοσοκομείου αξιοποιήθηκαν περιστασιακά από διάφορους φορείς. Το ακίνητο διασπάστηκε χωρίς κεντρικό πλάνο. Παρά τις μικρές αυτές παρεμβάσεις, ένα τεράστιο και ζωτικό κομμάτι του κτιριακού συγκροτήματος παρέμεινε εντελώς αναξιοποίητο, παρά την πρόταση για συστέγαση γιατρών και νομικών. Χάθηκαν πολύτιμα χρόνια και προσπάθειες, χωρίς κανένα αποτέλεσμα για τον τόπο».
«Το παρ’ ολίγον μακελειό την ημέρα της παρέλασης»
Για να καταδείξει την επικινδυνότητα του υφιστάμενου κτιρίου, ο κ. φέρνει στο φως ένα συγκλονιστικό περιστατικό που συνέβη πριν από περίπου έξι χρόνια, κατά τη διάρκεια των εορτασμών της 7ης Μαρτίου. «Δίπλα στα κάγκελα όπου βρίσκεται το αίθριο, αποκολλήθηκε ένας τεράστιος βράχος, μια τεράστια πέτρα από την κορυφή, ακριβώς το πρωί της παρέλασης, γύρω στις 8 με 9 ή ώρα. Εάν ο βράχος αυτός έπεφτε λίγη ώρα αργότερα, την ώρα της παρέλασης που ο χώρος ήταν γεμάτος κόσμο, θα θρηνούσαμε θύματα. Με δική μας πρωτοβουλία και δαπάνες, αφαιρέσαμε τότε όλα τα σαθρά στοιχεία γύρω-γύρω από το κτίριο, όπου φαίνονταν τα σίδερα. Κινδυνεύαμε καθημερινά καθώς έπεφταν οι σοβάδες την ώρα που πηγαίναμε να μπούμε μέσα. Από τότε, όμως, δεν ασχολήθηκε ξανά κανένας με τη συντήρησή του».
«Απαράδεκτο για την εικόνα της Ρόδου τα συρματοπλέγματα στην καρδιά της πόλης»
«Η μοναδική «λύση» που δόθηκε από το Υπουργείο, μετά από πιέσεις, ήταν η τοποθέτηση μιας περίφραξης για να μην πλησιάζει ο κόσμος. Έκτοτε έχουμε ένα Δικαστικό Μέγαρο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Αυτό δεν τιμά κανέναν. Είναι απαράδεκτο για την εικόνα της Ρόδου να έρχεται ο τουρίστας στο ιστορικό κέντρο, στο στολίδι του Μανδρακίου, και αντί να φωτογραφίζει το αρχιτεκτονικό μνημείο, να αντικρίζει συρματοπλέγματα μέσα στην καρδιά της πόλης».
Το παράδειγμα του Λουξεμβούργου…
«Πρόσφατα επισκέφθηκα το δημαρχείο στο Λουξεμβούργο, ένα ιστορικό κτίριο που κατασκευάστηκε πριν από το 1200. Ήταν άριστα συντηρημένο, πολυτελέστατο εσωτερικά, με σύγχρονα ασανσέρ, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι καινούργιο. Το δικό μας κτίριο, που χτίστηκε επί Ιταλοκρατίας, μετά το 1930, παρουσιάζει εικόνα κατάρρευσης. Αυτό αποδεικνύει τη διαφορά νοοτροπίας και τον τρόπο που κινούμαστε εμείς σε σχέση με τους άλλους λαούς»
Το διοικητικό παράδοξο και η προσπάθεια του αείμνηστου Κυρτσίδη
Ο κ. Περίδης αναδεικνύει και μια σοβαρή διαχειριστική αδυναμία του συστήματος, εξηγώντας ότι «το Μέγαρο έχει έναν ετήσιο προϋπολογισμό περίπου 200.000 ευρώ, τον οποίο διαχειριζόταν ο εκάστοτε Πρόεδρος Εφετών. Όμως, ο Πρόεδρος Εφετών μετατίθεται σχεδόν κάθε χρόνο. Έρχεται ένας άνθρωπος που δεν είναι ούτε εργολάβος ούτε μηχανικός, και μέχρι να εγκλιματιστεί, φεύγει. Θα έπρεπε να υπάρχει μόνιμος μηχανικός για τον έλεγχο. Ο
αείμνηστος Χριστόδουλος Κυρτσίδης είχε πάρει το θέμα ζεστά, είχε επισκεφθεί τον κ. Φλωρίδη στο υπουργείο και τον είχε προειδοποιήσει για την επικινδυνότητα του κτιρίου, ζητώντας την ένταξή του σε πρόγραμμα. Το Υπουργείο, λοιπόν, γνώριζε τα πάντα εδώ και καιρό»
«Η διαχρονική αδράνεια των κυβερνήσεων και οι ρυθμοί του Δημοσίου»
«Δεν πρέπει να φτάνουμε στο απροχώρητο ούτε να χρειάζονται κινητοποιήσεις για να λυθεί το αυτονόητο. Αν γινόταν τακτική συντήρηση, μια μικρή βλάβη θα διορθωνόταν αμέσως και δεν θα μεγάλωνε, κρατώντας και το κόστος χαμηλά. Λύσεις υπάρχουν, αλλά όλα είναι θέμα πολιτικής βούλησης και αποφάσεων της Κεντρικής διοίκησης. Επί εποχής ΣΥΡΙΖΑ, είχαμε μεταβεί στην Αθήνα, εγώ, ο Περιφερειάρχης κ. Χατζημάρκος και η τότε Πρόεδρος Εφετών, η κ. Πατρώνα. Συναντήσαμε τον τότε Υπουργό, τον κ. Καλογήρου, του εκθέσαμε την κατάσταση και του ζητήσαμε να έρθει να το δει. Η απάντηση ήταν η κλασική… “Εντάξει, θα το δούμε”…»
«Κάθε πόλη πρέπει να έχει το Δικαστικό Μέγαρο στο κέντρο»
Απαντώντας στις φήμες ότι οι ίδιοι οι δικηγόροι μπλόκαραν, κατά καιρούς, τη μετακόμιση των δικαστηρίων επειδή έχουν τα γραφεία τους γύρω από το Μανδράκι, ο κ. Περίδης υποστήριξε:
«Σε όλες τις μεγάλες πόλεις του κόσμου, τα δικαστικά μέγαρα βρίσκονται στο κέντρο. Στην Αθήνα τα δικαστήρια μεταφέρθηκαν από την Ομόνοια στην Ευελπίδων και τη Λουκάρεως, αλλά παρέμειναν εντός του αστικού ιστού. Στον Πειραιά, όπου ένα κτίριο εκτός κέντρου δεν λειτούργησε ποτέ, το κράτος αναγκάστηκε να χτίσει νέο. Δεν είναι θέμα αν το ήθελαν οι δικηγόροι. Κάθε πόλη πρέπει να έχει το Δικαστικό της Μέγαρο στο κέντρο. Στην πρόταση για το Παλιό Νοσοκομείο, κανένας δικηγόρος δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση. Όπως πήγε εκεί το Κτηματολόγιο, έτσι θα πηγαίναμε κι εμείς».
«Είναι αδιανόητο να συζητάμε για χωροθέτηση στα Ασγούρου ή στην Άνω Ηλιούπολη»
«Όταν είχαμε υποβάλλει επίσημο αίτημα για τη μετεγκατάσταση, η Κτηματική Υπηρεσία απάντησε ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα οικόπεδα στο κέντρο και μας πρότεινε μια έκταση μόλις 1.000 τετραγωνικών μέτρων στην Άνω Ηλιούπολη. Είναι δυνατόν να λειτουργήσει Δικαστικό Μέγαρο στην Άνω Ηλιούπολη; Παρόμοιες άκαρπες προτάσεις έπεσαν στο τραπέζι για την περιοχή του ΡΟΔΑ, για το παλιό ΠΙΚΠΑ ή για τμήμα του Πανεπιστημίου Αιγαίου που τελικά κατέληξε σε ιδιώτη, καθώς ούτε ο Δήμος ούτε το Δημόσιο παραχωρούσαν γη. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα της νέας εξαγγελίας του Υπουργού. Η Ρόδος απαιτεί ένα πραγματικά μεγάλο και σύγχρονο Δικαστικό Μέγαρο, με ευρύχωρες δικαστικές αίθουσες. Μιλάμε για την έδρα του κεντρικού δικαστηρίου του Νομού, όπου εκδικάζονται ακόμα και τα κακουργήματα της Κω. Ένα νησί με 120.000 μόνιμους κατοίκους δεν μπορεί να συμβιβαστεί με ένα μικρό κτίριο 300 ή 400 τετραγωνικών μέτρων. Πρέπει να βρεθούν τα χρήματα για ένα κτίριο σύγχρονο, κεντρικό και λειτουργικό. Είναι αδιανόητο να συζητάμε για χωροθέτηση στα Ασγούρου ή στην Άνω Ηλιούπολη»
«Αν είχαμε την οικονομική δυνατότητα θα το είχαμε χτίσει μόνοι μας…»
«Δεν μπορείς να κατεδαφίσεις ένα τέτοιο μνημείο απέναντι από την Περιφέρεια για να χτίσεις μια σύγχρονη πολυκατοικία. Το ιστορικό κέντρο είναι η ταυτότητά μας. Ο τουρίστας έρχεται για να δει μια ωραία λεωφόρο με ιστορικά κτίρια, δεν επιτρέπεται να αλλοιώσουμε αυτή τη φυσιογνωμία. Ο Δικηγορικός Σύλλογος, ο Πρόεδρος και τα μέλη είμαστε απόλυτα μάχιμοι και θετικοί. Δεν έχουμε αγκυλώσεις. Αναγνωρίζουμε τη δυσκολία εύρεσης μεγάλων οικοπέδων εντός του ιστού, αλλά ως επιστημονικός και επαγγελματικός φορέας ο ρόλος μας είναι να προτείνουμε, όχι να αποφασίζουμε. Αν είχαμε την οικονομική δυνατότητα, θα το είχαμε χτίσει μόνοι μας. Τώρα, η ευθύνη των αποφάσεων ανήκει αποκλειστικά στην κυβέρνηση και τους αρμόδιους φορείς. Το πρώτο και βασικό κριτήριο για εμάς πρέπει να είναι τι εξυπηρετεί πραγματικά τον Σύλλογο και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης. Αν παρουσιαστεί μια θετική και λειτουργική πρόταση, ολόκληρο το δικαστικό σώμα θα τη στηρίξει χωρίς εσωτερικές τριβές»




