
Άρθρο του Θανάση Βυρίνη, Εκπαιδευτικού
Η εικόνα των μαθητών του 1ου ΕΠΑΛ Ρόδου να γυρίζουν την πλάτη στον Δήμαρχο κατά τον αγιασμό προκάλεσε αντιδράσεις και συζητήσεις. Ο Δήμαρχος αντέδρασε έντονα, επιπλήττοντας τους μαθητές από το μικρόφωνο, ενώ ο διευθυντής του σχολείου έθεσε στο προσκήνιο τα προβλήματα των σχολικών υποδομών.
Μπορούμε να συζητήσουμε αν η συγκεκριμένη συμπεριφορά των μαθητών ήταν σωστή ή λανθασμένη. Μπορούμε να μιλήσουμε για τον σεβασμό, την ευγένεια, τους κανόνες μιας σχολικής τελετής.
Αλλά ίσως αυτό να είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι να αναρωτηθούμε γιατί ένα κομμάτι της νέας γενιάς αισθάνεται την ανάγκη να γυρίσει την πλάτη στους θεσμούς. Γιατί η πλάτη δεν είναι πάντοτε απλώς μια πράξη αγένειας. Μπορεί να είναι και μια μορφή διαμαρτυρίας. Μπορεί να είναι απογοήτευση. Μπορεί να είναι αδιαφορία. Μπορεί ακόμη, να είναι η κραυγή ενός νέου ανθρώπου που αισθάνεται ότι κανείς δεν ακούει τη δική του φωνή. Και οι νέοι σήμερα έχουν πολλά να πουν.
Θέλουν μια εκπαίδευση που δεν θα περιορίζεται στην αποστήθιση, αλλά θα τους προετοιμάζει για έναν ρεαλιστικό κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα.
Θέλουν δουλειά με αξιοπρέπεια, καλύτερες αμοιβές και πραγματικές δυνατότητες να χτίσουν τη ζωή τους στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2025 η απασχόληση των πρόσφατων αποφοίτων στην Ελλάδα ήταν μόλις 62,4%, έναντι 83% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θέλουν να μπορούν να φύγουν από το πατρικό τους σπίτι χωρίς να χρειάζονται μια περιουσία. Το 2025 η Ελλάδα βρισκόταν στις χώρες όπου οι νέοι εγκαταλείπουν αργότερα το πατρικό σπίτι, στα 31 χρόνια κατά μέσο όρο.
Θέλουν να μπορούν να δημιουργήσουν οικογένεια, να αποκτήσουν ένα σπίτι, να μετακινούνται, να ταξιδεύουν, να αθληθούν, να έχουν πρόσβαση στον πολιτισμό και να ζουν σε μια πόλη που τους προσφέρει χώρους και ευκαιρίες.
Θέλουν δικαιοσύνη και αξιοκρατία. Να ξέρουν ότι η προσπάθεια, η γνώση και η δημιουργικότητα έχουν αξία. Ότι δεν χρειάζεται να έχεις «γνωστό», «μέσο», ή οικογενειακές διασυνδέσεις για να προχωρήσεις.
Θέλουν θεσμούς που λογοδοτούν, όχι θεσμούς που απαιτούν απλώς σεβασμό λόγω της θέσης που κατέχουν.
Και κυρίως θέλουν κάτι που συχνά εμείς οι μεγαλύτεροι ξεχνάμε: Να τους ακούσουμε.
Η Ευρωπαϊκή Έρευνα Νεολαίας του 2024, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 25.000 νέοι 16-30 ετών, δείχνει ότι οι νέοι δεν είναι αδιάφοροι για τα κοινά. Μεταξύ των μορφών συμμετοχής που δήλωσαν περιλαμβάνονται η ψήφος, οι διαδικτυακές και έντυπες συλλογικές πρωτοβουλίες, ο εθελοντισμός και η δημόσια έκφραση απόψεων. Στις αξίες που ξεχωρίζουν βρίσκονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, η δημοκρατία, η ελευθερία του λόγου και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Άρα το πραγματικό ερώτημα είναι: «Τι έχουμε κάνει εμείς για να τους πείσουμε ότι αξίζει να τους εμπιστευθούν;» Γιατί ο σεβασμός δεν επιβάλλεται. Κερδίζεται.
Κερδίζεται όταν ο θεσμός ακούει πριν μιλήσει.
Όταν απαντά πριν επιπλήξει.
Όταν λύνει προβλήματα πριν ζητήσει από τους άλλους να είναι συνεπείς.
Όταν η πολιτεία πριν απαιτήσει υπευθυνότητα από τους νέους, πρώτα τους δείχνει η ίδια υπευθυνότητα.
Και ασφαλώς οι νέοι έχουν ευθύνες. Η ελευθερία δεν σημαίνει ασυδοσία. Η διαμαρτυρία δεν σημαίνει προσβολή. Η δημοκρατία απαιτεί διάλογο και σεβασμό και από τις δύο πλευρές. Όμως η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί ως μονόδρομος.
Δεν μπορούμε να ζητούμε από μια γενιά που μεγαλώνει μέσα στην αβεβαιότητα, βλέπει την κατοικία να γίνεται δυσπρόσιτη, αντιμετωπίζει ένα δύσκολο ξεκίνημα στην εργασία και συχνά αισθάνεται ότι οι ευκαιρίες δεν κατανέμονται δίκαια, να δείχνει τυφλή εμπιστοσύνη και «υπακοή» στους θεσμούς.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες για τους νέους, αφού το 2025 το 14,7% των νέων 15-29 ετών αντιμετώπιζε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, ενώ το 13,6% ήταν εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης.
Αυτά δεν δικαιολογούν κάθε συμπεριφορά. Την εξηγούν όμως. Και ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία του περιστατικού στο 1ο ΕΠΑΛ.
Πίσω από μια πλάτη που γυρίζει μπορεί να υπάρχει ένας νέος που λέει: «Μη μου ζητάς μόνο να σε σέβομαι. Δείξε μου πρώτα ότι και εσύ με σέβεσαι. Μη μου μιλάς μόνο για το μέλλον. Δώσε μου βάσιμο λόγο να πιστέψω ότι υπάρχει.»
Η απάντηση στη δυσπιστία των νέων δεν μπορεί να είναι περισσότερη επίπληξη.
Είναι περισσότερη αξιοπιστία.Περισσότερη διαφάνεια.Περισσότερη δικαιοσύνη.Περισσότερες ίσες ευκαιρίες.Και πάνω απ’ όλα, περισσότερο πραγματικό παράδειγμα από εμάς τους ίδιους.
Γιατί στο τέλος, οι νέοι δε μαθαίνουν τη δημοκρατία από τις ομιλίες μας. Τη μαθαίνουν από τον τρόπο με τον οποίο τους φερόμαστε.
Θανάσης Βυρίνης
Εκπαιδευτικός




