
Το πλοίο από την Κω αγκυροβολεί στα Πάλοι ή στο Μανδράκι, και η πρώτη μυρωδιά δεν είναι θάλασσα. Είναι θειάφι. Ελαφρύ, μεταλλικό, να ανεβαίνει από κάπου κάτω. Η Νίσυρος δεν κρύβει τι είναι: ένα ηφαίστειο 41,6 τετραγωνικών χιλιομέτρων που εξακολουθεί να λειτουργεί, με χίλιους περίπου κατοίκους πάνω του.
Ο μύθος τα λέει καθαρά. Στη Γιγαντομαχία ο Ποσειδώνας κυνήγησε τον γίγαντα Πολυβώτη στο Αιγαίο, έκοψε με την τρίαινά του ένα κομμάτι από την Κω και τον πλάκωσε. Το τμήμα αυτό είναι η Νίσυρος. Όταν ο θαμμένος γίγαντας κουνιέται, το νησί σείεται. Η γεωλογία δεν το διαψεύδει και πολύ: το ηφαιστειακό οικοδόμημα άρχισε να χτίζεται πάνω από τη θάλασσα εδώ και περίπου 150.000 χρόνια.
Κατεβαίνεις στην καλντέρα, τρία έως τέσσερα χιλιόμετρα διαμέτρου, και το φως αλλάζει. Το δάπεδο είναι ωχρό, κιτρινωπό, σκασμένο. Στη μέση ο Στέφανος: κρατήρας υδροθερμικός, από τους μεγαλύτερους του είδους στον κόσμο, ελλειπτικός, 260 επί 350 μέτρα, βάθος ως 27. Ο πυθμένας σιγοβράζει. Ακούς το έδαφος να σφυρίζει, το βλέπεις να αχνίζει από τις φουμαρόλες, και το θειάφι σχηματίζει κίτρινες κρούστες γύρω από τις τρύπες. Οι τελευταίες εκρήξεις ήταν φρεατικές, ατμού και τέφρας: 1871, 1873, και μια τελευταία ατμοέκρηξη το 1888. Έκτοτε το νησί απλώς ανασαίνει.

Το Μανδράκι, η πρωτεύουσα, είναι στριμωγμένο κάτω από τον βράχο. Πάνω του, σε ύψωμα, το Κάστρο των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, χτισμένο γύρω στο 1315, όταν οι Ιωαννίτες κρατούσαν τα Δωδεκάνησα πριν τους διώξουν οι Οθωμανοί το 1522. Μέσα στο κάστρο, κολλημένη σε σπηλιά, η Παναγία η Σπηλιανή. Η παράδοση θέλει έναν γεωργό να βρίσκει την εικόνα, εκείνη να εξαφανίζεται και να ξαναβρίσκεται στον βράχο, ώσπου αποφασίστηκε να χτιστεί εκεί ο ναός. Δεκαπενταύγουστο, το πανηγύρι της γεμίζει το νησί.
Οι Πάλοι, το ψαροχώρι, έχει τα δημοτικά λουτρά και τη μνήμη μιας εποχής που η Νίσυρος ήταν λουτρόπολη, με ιαματικά νερά που έβγαιναν στους 55 βαθμούς. Ψηλότερα, ο Εμποριός σχεδόν άδειασε, εικοσιεπτά κάτοικοι στην απογραφή, με μια φυσική σάουνα στο στόμιο μιας σπηλιάς. Και στο άλλο χείλος της καλντέρας τα Νικιά, κρεμασμένα στα 400 μέτρα, με την πλατεία Πόρτα: ελλειπτική, στρωμένη βοτσαλωτό το 1923 από ντόπιο τεχνίτη. Από εδώ ξεκινά το μονοπάτι που κατεβαίνει στον Στέφανο, μισή ώρα κάθοδος μέσα στην ξερή λάβα.

Στο τραπέζι η ίδια ηφαιστειακή λογική συνεχίζεται με άλλα υλικά. Πιτιά, κεφτεδάκια από ρεβίθι. Καπαμάς, κατσίκι γεμιστό με ρύζι. Και η σουμάδα, το λευκό ποτό από αμύγδαλο, που της Νισύρου θεωρείται από τα καλύτερα της χώρας. Το πίνεις παγωμένο, γλυκό, ενώ απέναντι το Γυαλί, το μικρό νησάκι, δείχνει την άσπρη πληγή του: εκεί κόβεται εδώ και δεκαετίες η κίσσηρη και ο περλίτης που τάισαν το νησί.
Φεύγοντας, το πλοίο απομακρύνεται και η Νίσυρος μικραίνει σε έναν σκούρο όγκο με μια κοιλιά φωτεινή στη μέση. Το θειάφι φτάνει ακόμα, για λίγο, μέχρι που το σκεπάζει το αλάτι.
Φωτογραφίες: discovergreece.com
ΠΗΓΗ: tornosnews.gr




