Ο Βασίλης Α. Υψηλάντη στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος για το Άρθρο 16 του Συντάγματος

Στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος τοποθετήθηκε ο Κοσμήτορας της Βουλής και Βουλευτής Δωδεκανήσου, Βασίλης Α. Υψηλάντης, αναπτύσσοντας τις θέσεις της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 16 που αφορά την Παιδεία, την Τέχνη και την Επιστήμη.
Ο κ. Υψηλάντης άσκησε δριμεία κριτική στη στάση της Αντιπολίτευσης. Χαρακτήρισε «ύβρη» στην πολιτική ιστορία του τόπου τα δήθεν μαθήματα Δημοκρατίας και Συνταγματικότητας προς την παράταξη που εισηγήθηκε και ψήφισε το μακροβιότερο Σύνταγμα στη χώρα. Παράλληλα, σημείωσε τον παραλογισμό των αιτιάσεων περί αντιδημοκρατικότητας, τη στιγμή που μη κρατικά πανεπιστήμια λειτουργούν σε όλες τις προοδευτικές χώρες.
Σύμφωνα με τον Βουλευτή Δωδεκανήσου, η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν περιορίζεται στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων. Αντίθετα, εισάγει δύο κομβικές παρεμβάσεις εθνικής συνοχής που αποτελούν στοιχεία ενός σύγχρονου συνταγματικού πατριωτισμού:
- Κρατική μέριμνα για την ελληνική γλώσσα: Το κράτος αναλαμβάνει τη θετική υποχρέωση να στηρίζει την καλλιέργεια, τη διδασκαλία και τη διεθνή προβολή της γλώσσας μας, η οποία αποτελεί φορέα ιστορικής συνέχειας 3.000 ετών. Με τη ρύθμιση αυτή, η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με τις συνταγματικές πρακτικές χωρών όπως η Γαλλία, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
- Συνταγματική κατοχύρωση της ελληνικής σημαίας: Η σημαία αναγνωρίζεται ως σύμβολο του ελληνικού έθνους. Στόχος είναι η ανάδειξη ενός κοινού συμβολικού σημείου αναφοράς που ανήκει σε όλους τους Έλληνες και υπερβαίνει τις κομματικές αντιπαραθέσεις, όπως συμβαίνει σε όλες τις ώριμες δημοκρατίες.
Όσον αφορά την ανώτατη εκπαίδευση, ο κ. Υψηλάντης υπογράμμισε ότι η πρόταση επιλέγει συνειδητά να μην εγκλωβίσει το Σύνταγμα σε συγκεκριμένα οργανωτικά μοντέλα ή εταιρικούς τύπους (κερδοσκοπικούς ή μη). Αυτό είναι θεσμικά ορθό διότι το Σύνταγμα πρέπει να θέτει αρχές και όχι επιχειρησιακές λεπτομέρειες.
Καταλήγοντας, ο Κοσμήτορας της Βουλής επεσήμανε ότι η πραγματική εγγύηση ποιότητας των ιδρυμάτων, είτε δημόσιων είτε ιδιωτικών, δεν εξαρτάται από τον φορολογικό τους τύπο, αλλά από:
- Την αυστηρή ακαδημαϊκή αξιολόγηση.
- Την πιστοποίηση των προγραμμάτων σπουδών.
- Την κρατική εποπτεία.
- Τη διασφάλιση των ακαδημαϊκών ελευθεριών.
«Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ένα ίδρυμα παρέχει υψηλού επιπέδου σπουδές, αν παράγει έρευνα και αν υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Αυτές τις εγγυήσεις οφείλει να θέτει το Σύνταγμα, χωρίς να προκαθορίζει για τις επόμενες γενιές μοντέλα που αντανακλούν τις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της δεκαετίας του 1970», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Υψηλάντης.




