Απάντηση Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου: Η «περβόλα» ήταν ζωντανός πυρήνας επιστήμης και όχι «ΧΥΤΑ»

Για την “περβόλα” της Εφορείας Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου. Ένας επίλογος.
Με αφορμή τις πρόσφατες δημόσιες δηλώσεις κατά τα εγκαίνια του έργου ανάδειξης των αρχαίων νεωρίων, του Ρωμαϊκού Τετραπύλου και των Κήπων του Παλατιού του Μεγάλου Μαγίστρου, η Εφορεία Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου αποκαθιστά την ιστορική πραγματικότητα απέναντι σε άστοχους χαρακτηρισμούς που προσβάλλουν το έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Ο χώρος της «περβόλας» ουδέποτε υπήρξε εγκαταλελειμμένος ή «ΧΥΤΑ αρχαιοτήτων», αλλά αποτελούσε για σχεδόν έναν αιώνα έναν ζωτικό, οργανωμένο χώρο συγκέντρωσης, μελέτης και καταγραφής των κινητών ευρημάτων της ροδιακής γης.
Η αλήθεια είναι ότι το άνοιγμα της «περβόλας» στο κοινό και η ενοποίηση της διαδρομής μέσω των κήπων έως το Παλάτι δεν αποτελεί μια ξαφνική σημερινή ιδέα, αλλά το προφητικό όραμα του αείμνηστου Εφόρου Αρχαιοτήτων Γρηγόρη Κωνσταντινόπουλου. Ο ίδιος είχε δημοσιεύσει τη συγκεκριμένη πρόταση ήδη από το 1993 στον τοπικό τύπο, με αφορμή το Ιωβηλαίο της Ρόδου. Αν το έργο καθυστέρησε, αυτό οφείλεται στα επείγοντα και γιγαντιαία έργα που εκτελούσε η Εφορεία σε ολόκληρη τη Δωδεκάνησο (οργανώνοντας νέα Μουσεία σε όλα τα ακριτικά νησιά, με τελευταίο αυτό της Χάλκης που άνοιξε φέτος), στη διαχρονική γιγάντωση της γραφειοκρατίας και στο γεγονός ότι οι αναγκαίες κρατικές πιστώσεις ήρθαν δυστυχώς πολύ αργά.
Αντίθετα με τις αιτιάσεις περί «εγκατάλειψης», η «περβόλα» καθαριζόταν συστηματικά κάθε χρόνο μαζί με τους υπόλοιπους υπαίθριους αρχαιολογικούς χώρους. Στον χώρο πραγματοποιούνταν ειδικές επιστρώσεις για τη δημιουργία νέων θέσεων εναπόθεσης, ενώ κατασκευάζονταν στέγαστρα με ράφια για την προστασία των ευαίσθητων αρχιτεκτονικών μελών και επιγραφών. Μάλιστα, η Εφορεία επέδειξε πρωτοποριακά αντανακλαστικά για την εποχή της, δίνοντας πολύ νωρίς ιδιαίτερη έμφαση στην ηλεκτρονική καταγραφή των χιλιάδων επιγραφών σε εξειδικευμένο πρόγραμμα αρχείου.
Ο χώρος παρέμενε κλειστός αποκλειστικά για λόγους ασφαλείας, αλλά ήταν πάντα κυψέλη καθημερινής δραστηριότητας και πολύτιμης γνώσης. Μαζί με το όμορο εργαστήριο συντήρησης, αποτελούσε τον χώρο υποδοχής, συντήρησης, συγκόλλησης, φωτογράφισης και φύλαξης των υλικών μαρτύρων της αρχαίας Ρόδου. Υπήρξε τόπος μνήμης και επιστημονικού διαλόγου, τον οποίο επισκέπτονταν Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι, καθώς και πανεπιστημιακοί καθηγητές με τους φοιτητές τους. Μέσα από τη μελέτη των ευρημάτων της «περβόλας», η οποία απέδωσε πλήθος διεθνών επιστημονικών βιβλίων και άρθρων, τεκμηριώθηκε ο ιπποδάμειος σχεδιασμός της ελληνιστικής πόλης, οι θέσεις των ιερών, των δημοσίων κτιρίων και η οργάνωση των νεκροταφείων της.
Η εικόνα του χώρου επιβαρύνθηκε σημαντικά τα τελευταία 20 χρόνια, όταν μεταφέρθηκαν εκεί τα λίθινα μέλη από τον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου Ρόδου προκειμένου εκείνος να αποδοθεί στο κοινό, ενώ η παράλληλη εγκατάσταση εργοταξίου και η ελλιπής αποψίλωση της βλάστησης δημιούργησαν μια προσωρινά ασφυκτική κατάσταση.
Όταν τελικά λήφθηκε η πολιτική απόφαση μετατροπής του χώρου σε αρχαιολογικό πάρκο, η εγκεκριμένη μελέτη προέβλεπε την υποχρεωτική απομάκρυνση των αρχαίων μελών και τη μεταφορά τους στην ακρόπολη της Ρόδου. Με τον τρόπο αυτό ακυρώθηκε ο σχεδιασμός της ίδιας της Εφορείας, ο οποίος προέβλεπε την επιστημονική τακτοποίηση και ανάδειξη των χιλιάδων μελών ανά ανασκαφικά σύνολα μέσα στον ίδιο τον εκτεταμένο χώρο της περβόλας. Υπό την πίεση των ασφυκτικών χρονικών προθεσμιών που έθετε το Ταμείο Ανάκαμψης, η απομάκρυνση των αρχαίων μελών έγινε σε βραχύτατο χρόνο. Αυτή η βιασύνη εμπόδισε την εξαντλητική έρευνα στα αρχεία της Υπηρεσίας, με αποτέλεσμα εκατοντάδες μέλη να μεταφερθούν και να καταγραφούν χωρίς την απαραίτητη ένδειξη της ακριβούς αρχαιολογικής τους προέλευσης.
Με την ολοκλήρωση του έργου αποδόθηκε μεν στο κοινό ένας ακόμη ελκυστικός χώρος, αυτό όμως έγινε με μεγάλο κόστος. Η Εφορεία έχασε έναν ζωτικό υπαίθριο χώρο, απαραίτητο για τις ανάγκες συντήρησης των νέων ευρημάτων. Παράλληλα, δημιουργήθηκε ένας νέος χώρος συγκέντρωσης των αρχαίων σε εμφανέστατο σημείο του αρχαιολογικού πάρκου της ακρόπολης, ενώ για τη μεταστέγαση του εργοταξίου κατασκευάστηκε ένα βιομηχανικό κτίριο σε επίκαιρο σημείο του αδόμητου αρχαιολογικού χώρου, προκαλώντας τα αρνητικά σχόλια και τις έντονες διαμαρτυρίες των πολιτών της Ρόδου.
Οι ισχυρισμοί περί «εγκατάλειψης 70 ετών» αμαυρώνουν άδικα τη διαχρονική πορεία της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Δωδεκανήσου και προσβάλλουν τη μνήμη κορυφαίων επιστημόνων, όπως οι Ι. Κοντής, Γρ. Κωνσταντινόπουλος, Η. Κόλλιας, Ηώ Ζερβουδάκη και Ι. Παπαχριστοδούλου. Ευελπιστούμε ότι η προσεκτική αποτύπωση και η φωτογραφική τεκμηρίωση της αρχικής θέσης των μελών στην περβόλα θα κάνουν δυνατή την ανασύνθεση των ανασκαφικών συνόλων, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση της ιστορικής έρευνας.
Τέλος, προσβλέπουμε στη βούληση του Υπουργείου Πολιτισμού για τη διάθεση των απαραίτητων πιστώσεων, ώστε στο άμεσο μέλλον να τακτοποιηθούν σε κατάλληλους χώρους τα μετακινηθέντα ευρήματα (λίθινα και κεραμικά) και να εξασφαλιστούν οι σύγχρονες αποθήκες φύλαξης και προστασίας, για τις οποίες έχουν κατατεθεί εδώ και χρόνια συγκεκριμένες προτάσεις.
Οι αρχαιολόγοι
Αναστασία Δρελιώση
Φωτεινή Ζερβάκη
Εριφύλη Κανίνια
Αγγελική Κατσιώτη
Σταματία Μαρκέτου
Μαρία Μιχαλάκη-Κόλλια
Ελένη Παπαβασιλείου
Βασιλική Πατσιαδά
Μελίνα Φιλήμονος




