Βάϊος Καλοπήτας: Ποιος σχεδιάζει τον ενεργειακό χάρτη της Ρόδου;

Άρθρο του Βάϊου Καλοπήτα Μηχανικού Περιβάλλοντος MSc
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να σημαίνει απλή εξάντληση του ενεργειακού δυναμικού ενός τόπου, χωρίς σχέδιο, κοινωνική συμμετοχή και δίκαιη κατανομή οφελών
Η δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει με αφορμή το σχεδιαζόμενο ενεργειακό έργο στην περιοχή της Κατταβιάς και της Νότιας Ρόδου δεν αφορά μόνο ένα μεμονωμένο έργο.
Αφορά κάτι πολύ μεγαλύτερο: ποιος σχεδιάζει τον ενεργειακό χάρτη του νησιού μας και με ποιους όρους.
Η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Αυτό δεν αμφισβητείται. Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι άλλο: μετάβαση για ποιον και με ποιο σχέδιο;
Για την κοινωνία, την ενεργειακή ασφάλεια, τη μείωση της ενεργειακής φτώχειας και την ανθεκτικότητα του τόπου; Ή απλώς για τη μέγιστη αξιοποίηση του διαθέσιμου ενεργειακού δυναμικού κάθε περιοχής;
Η Ρόδος δεν είναι ένας άδειος χάρτης. Είναι ένας ζωντανός τόπος με περιβάλλον, τουριστική οικονομία, παραγωγική δραστηριότητα, ευαίσθητα οικοσυστήματα, κοινωνία και συγκεκριμένα όρια.
Γι’ αυτό και τα ερωτήματα είναι σαφή:
Ποια είναι η συνολική ενεργειακή στρατηγική για τη Ρόδο;
Πόσο ενεργειακό φορτίο καλείται να σηκώσει το νησί στη νέα εποχή της διασύνδεσης;
Υπάρχει μελέτη φέρουσας ικανότητας και συνολική σωρευτική αξιολόγηση όλων των ενεργειακών έργων που ήδη λειτουργούν ή σχεδιάζονται;
Μιλάμε συχνά για φέρουσα ικανότητα όταν συζητάμε τη δόμηση, τον τουρισμό, τους οικισμούς και την πίεση στους φυσικούς πόρους. Η φέρουσα ικανότητα αφορά μόνο κατοικίες, ξενοδοχεία και ανθρώπινες δραστηριότητες ή αφορά και το ενεργειακό αποτύπωμα που καλείται να σηκώσει ένας τόπος;
Αν η Ρόδος έχει περιβαλλοντικά, χωρικά και αναπτυξιακά όρια, αυτά δεν μπορούν να αγνοούνται όταν η συζήτηση αφορά ενεργειακές χωροθετήσεις.
Υπάρχει και μια σοβαρή θεσμική αντίφαση. Ο τοπικός χωρικός σχεδιασμός και τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια καθορίζουν με αυστηρότητα τι μπορεί να χτιστεί, πού και με ποιους περιορισμούς. Πώς είναι δυνατόν να έχουν καθοριστικό ρόλο για μια κατοικία, μια τουριστική μονάδα ή μια εμπορική δραστηριότητα, αλλά όχι αντίστοιχα ουσιαστικό λόγο όταν πρόκειται για μεγάλης κλίμακας ενεργειακές χωροθετήσεις;
Η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να λειτουργεί έξω από τον χωρικό σχεδιασμό των τοπικών κοινωνιών.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η αντίφαση στο ζήτημα των δασικών εκτάσεων. Την ώρα που χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες σε όλη τη χώρα και στη Ρόδο ταλαιπωρούνται επί χρόνια με δασικούς χάρτες, εκκρεμείς αντιρρήσεις και αβεβαιότητα για ιδιοκτησίες, οικόπεδα και επιχειρήσεις, το ελληνικό Δημόσιο εμφανίζεται ικανό να εγκρίνει επέμβαση σε δημόσια δασική έκταση για μεγάλης κλίμακας ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το ερώτημα είναι θεσμικό:
Με ποια συνέπεια εφαρμόζεται τελικά η περιβαλλοντική και δασική πολιτική της χώρας;
Και ακόμη πιο ουσιαστικά:
Ποιο συγκεκριμένο δημόσιο συμφέρον τεκμηριώνει την παραχώρηση δημόσιας δασικής έκτασης;
Όταν η πραγματική αναγκαιότητα ενός έργου τεκμηριώνεται καθαρά, η κοινωνία μπορεί να το αξιολογήσει ώριμα, να κατανοήσει τον ρόλο του και να διεκδικήσει δίκαια αυτό που της αναλογεί. Αυτό που δεν μπορεί να ζητείται είναι κοινωνική συναίνεση χωρίς σαφή δημόσια τεκμηρίωση.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν είμαστε υπέρ ή κατά της ενεργειακής μετάβασης. Το ζήτημα είναι αν αυτή γίνεται με όρους δικαιοσύνης, συμμετοχής και σχεδίου.
Σε έναν σύγχρονο ενεργειακό σχεδιασμό πρέπει να προβλέπεται ουσιαστικός χώρος για την Αυτοδιοίκηση, τις ενεργειακές κοινότητες και τις κοινωνικές ενεργειακές πρωτοβουλίες. Αν η ενεργειακή μετάβαση αφορά πραγματικά την κοινωνία, τότε η κοινωνία δεν μπορεί να απουσιάζει από το μοντέλο.
Η Ευρώπη μιλά για δίκαιη μετάβαση: κοινωνική συμμετοχή, μείωση ενεργειακής φτώχειας, ανθεκτικότητα, τοπικό όφελος και ενεργειακή δημοκρατία.
Ειδικά στη Ρόδο, τα ερωτήματα είναι συγκεκριμένα:
Θα μειωθεί ο λογαριασμός του Ροδίτη πολίτη; Θα ενισχυθεί η ενεργειακή αυτονομία της τοπικής κοινωνίας; Θα δημιουργηθούν εργαλεία προστασίας για ευάλωτα νοικοκυριά, σχολεία και δημόσιες υποδομές; Ή απλώς θα αυξηθεί η παραγωγική αξία ενός τόπου για τρίτους;
Η λύση δεν είναι το «όχι σε όλα»
Η λύση δεν είναι η άρνηση κάθε έργου. Η λύση είναι σοβαρός, θεσμικός και δίκαιος ενεργειακός σχεδιασμός.
Η Ρόδος χρειάζεται ένα σαφές ενεργειακό masterplan. Ένα σχέδιο που θα απαντά με καθαρότητα πόση ενέργεια χρειάζεται πραγματικά το νησί, ποια παραγωγή απαιτείται, τι αποθήκευση χρειάζεται, ποιες περιοχές είναι κατάλληλες, ποιες πρέπει να αποκλειστούν και ποια είναι τελικά η φέρουσα ικανότητα του τόπου.
Όχι αποσπασματικές αδειοδοτήσεις έργο προς έργο.
Αν η χώρα εισέρχεται στη νέα ενεργειακή εποχή, τότε πρέπει να προβλεφθεί θεσμικά ουσιαστικός χώρος για την Αυτοδιοίκηση, τις ενεργειακές κοινότητες πολιτών, τις κοινωνικές ενεργειακές παρεμβάσεις και τα τοπικά σχήματα ενεργειακής αυτονομίας.
Όχι αποκλειστικά με λογική firstcome, firstserved για όσους διαθέτουν μεγαλύτερη τεχνική και οικονομική ισχύ.
Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να έχει μετρήσιμο κοινωνικό αποτέλεσμα: να μειώνει την ενεργειακή φτώχεια, το ενεργειακό κόστος των πολιτών και το κόστος λειτουργίας κοινωνικών και δημόσιων δομών.
Αλλιώς δεν είναι δίκαιη μετάβαση.
Η κοινωνία της Ρόδου δεν είναι αντίπαλος της προόδου. Αλλά δεν μπορεί να είναι και κομπάρσος στον σχεδιασμό που γίνεται για τον τόπο της.
Η Ρόδος δεν ζητά να εξαιρεθεί από την ενεργειακή μετάβαση. Ζητά να συμμετέχει σε αυτή με σχέδιο, δικαιοσύνη και λόγο για το μέλλον της.
Βάιος Καλοπήτας
Μηχανικός Περιβάλλοντος MSc




