
Η εικόνα της σεζόν όπως διαμορφώνεται από τις κρατήσεις
«Δεν βρισκόμαστε σε συνθήκες κρίσης, αλλά σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας. Με μία αγορά που έχει πολλά σκαμπανεβάσματα, οι τουρίστες έχουν γίνει σαφώς πιο επιφυλακτικοί και η πορεία της σεζόν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής».
Με τον Μάιο να έχει σημάνει πλέον την έναρξη της σεζόν στα περισσότερα από τα εποχιακά ξενοδοχεία στους προορισμούς ανά την Ελλάδα, αυτή είναι η εικόνα για το ελληνικό καλοκαίρι, όπως την περιγράφει τη δεδομένη στιγμή, μεσούσης της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων (ΠΟΞ) Γιάννης Χατζής.
H εικόνα της σεζόν
Ξεκινώντας από την εικόνα, μέχρι στιγμής, για τη θερινή σεζόν του 2026, ο κ. Χατζής επισημαίνει ότι είναι μεικτή και χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα: «Η χρονιά ξεκίνησε με πολύ ισχυρά στοιχεία, καθώς το πρώτο δίμηνο κατέγραψε αύξηση 38,5% στις αφίξεις, ενώ και η μέση δαπάνη κινήθηκε ανοδικά. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι το πρώτο δίμηνο και συνολικά το πρώτο τρίμηνο αντιστοιχούν σε μόλις περίπου 4% των ετήσιων αφίξεων και 2,5% των ετήσιων εσόδων. Πλησιάζοντας προς το καλοκαίρι, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη. Σωρευτικά μέχρι σήμερα, οι διεθνείς αεροπορικές αφίξεις είναι αυξημένες κατά 4% σε σχέση με το 2025. Ομως, οι τελευταίες εβδομάδες καταγράφουν σαφή επιβράδυνση, με μειώσεις που κινούνται στην περιοχή του 7%. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αγορά έχει χάσει τον ρυθμό της και βρίσκεται σε φάση αναμονής. Παράλληλα, η εικόνα στις αφίξεις μέχρι σήμερα διαφοροποιείται έντονα ανά προορισμό. Υπάρχουν περιοχές που εμφανίζουν ιδιαίτερη δυναμική, όπως τα Χανιά με +23%, και άλλες που καταγράφουν σημαντικές πιέσεις, όπως η Κως στο -32%, η Μύκονος στο -24% και η Ρόδος στο -8%. Σε επίπεδο προκρατήσεων, σε επιμέρους αγορές έχουν καταγραφεί στο -5% στα συστήματα των ξενοδοχείων, οι οποίες ωστόσο περιορίζονται όσο πλησιάζουμε στην έναρξη της σεζόν. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν βρισκόμαστε σε συνθήκες κρίσης, αλλά σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας».
Η αγορά, όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της ΠΟΞ, δεν έχει καταρρεύσει, αλλά έχει γίνει πιο επιφυλακτική, με σαφή μεταφορά της σε χαρακτηριστικά που ευνοούν περισσότερο τον πελάτη, ο οποίος έχει σε αυτό το περιβάλλον μεγαλύτερη ισχύ ή αλλιώς το πάνω χέρι, ενώ είναι ιδιαίτερη η δυσκολία στα πολύ ακριβά καταλύματα. Εν ολίγοις, «η τελική πορεία της σεζόν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής και οι βασικοί παράγοντες που θα καθορίσουν την πορεία της σεζόν είναι κυρίως εξωγενείς. Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα αβεβαιότητας. Μέχρι στιγμής δεν παρατηρούνται μαζικές ακυρώσεις, ωστόσο υπάρχει σαφής υστέρηση στις κρατήσεις και μια γενικευμένη στάση αναμονής από τους ταξιδιώτες. Οι αναταράξεις σε βασικούς αεροπορικούς κόμβους της Μέσης Ανατολής επηρεάζουν κυρίως τις μακρινές αγορές, ενώ το ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα γύρω από τα καύσιμα προσθέτουν ένα επιπλέον επίπεδο κινδύνου. Σε συνδυασμό με το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον, η ζήτηση εμφανίζεται πιο συγκρατημένη και πιο ελαστική στις εξελίξεις. Η φετινή σεζόν φαίνεται ότι θα κριθεί λιγότερο από τις παραδοσιακές προκρατήσεις και περισσότερο από τη συμπεριφορά της ζήτησης τους επόμενους μήνες. Αυτό αυξάνει την πολυπλοκότητα της διαχείρισης για τις επιχειρήσεις και απαιτεί μεγαλύτερη ευελιξία», λέει ο κ. Χατζής.
Στο ερώτημα για τις επιπτώσεις από την κρίση στη Μέση Ανατολή και γι’ αυτό που λέγεται κατά κόρον τον τελευταίο καιρό, αν δηλαδή λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή καταγράφεται μετατόπιση των τουριστικών ροών προς προορισμούς που θεωρούνται για την ψυχολογία των ταξιδιωτών πιο ασφαλείς στη Μεσόγειο, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας, ο κ. Χατζής διαπιστώνει ότι πράγματι η προσφορά για την Ελλάδα παραμένει ισχυρή. «Οι διαθέσιμες θέσεις σε διεθνείς πτήσεις φέτος είναι αυξημένες κατά 8,2% σε σχέση με το 2025. Η βασική αλλαγή που διαπιστώνουμε εμείς αφορά τον χρόνο που γίνονται οι κρατήσεις. Είναι γεγονός ότι οι ταξιδιώτες καθυστερούν τις αποφάσεις τους, ενισχύοντας έτσι τη σημασία των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής. Αυτό έχει διττή σημασία, δεδομένου ότι από τη μία αυξάνει την αβεβαιότητα, αλλά ταυτόχρονα διατηρεί ανοικτό το ενδεχόμενο μιας δυναμικής ανάκαμψης.
Σε ό,τι αφορά το κόστος, υπάρχουν ενδείξεις για αυξημένες πιέσεις στα καύσιμα και στις αερομεταφορές, χωρίς όμως ακόμη σαφή ποσοτικοποίηση για το πώς επηρεάζεται τελικά το ταξιδιωτικό κοινό. Σε αυτό το πλαίσιο όμως προστίθεται και η συνολική επιβάρυνση του προϊόντος. Η Ελλάδα διαχρονικά καταγράφει από τους υψηλότερους έμμεσους φόρους στο ξενοδοχειακό προϊόν στη Μεσόγειο, γεγονός που επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα. Σε μια περίοδο αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας, η διεθνής ανταγωνιστικότητα είναι προϋπόθεση για υπηρεσίες που διατίθενται διεθνώς. Το Τέλος Ανθεκτικότητας ανήλθε στο πρώτο δίμηνο του 2026 σε 19 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 44% σε σχέση με το 2025 και κατά 216% σε σχέση με το 2019. Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο το ύψος της επιβάρυνσης. Είναι ότι τα έσοδα αυτά δεν επιστρέφουν με σαφή, διαφανή και μετρήσιμο τρόπο στους ίδιους τους προορισμούς, σε κρίσιμες υποδομές. Με απλά λόγια, φορολογούμε το προϊόν χωρίς να επανεπενδύουμε σε αυτό. Και αυτό ασφαλώς δεν δείχνει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, όπως απαιτούν οι συνθήκες».
Η αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος
Ο κ. Χατζής αναφέρεται και στην πολυσυζητημένη αναβάθμιση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, επισημαίνοντας ότι από την περίοδο προ πανδημίας, το 2019 μέχρι σήμερα, η μέση κατά κεφαλή δαπάνη σε πραγματικούς όρους έχει υποχωρήσει κατά περίπου 12,5%, με τους αριθμούς να δείχνουν ότι η αύξηση των εσόδων οφείλεται κυρίως στον πληθωρισμό και όχι σε ουσιαστική αναβάθμιση της ποιότητας.
Επιπλέον, «μιλάμε διαρκώς για βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά η βιωσιμότητα δεν είναι θεωρία, ούτε εισιτήριο που πληρώνει ο ιδιωτικός τομέας και οι πελάτες του. Είναι συλλογική επιλογή που ξεκινά από τη λειτουργία της Πολιτείας, τη συμπεριφορά των πολιτών και τον σχεδιασμό των προορισμών. Δεν μπορεί να επιβαρύνεται μονομερώς ο τουρισμός όταν σε κρίσιμους δείκτες περιβαλλοντικής και θεσμικής επάρκειας η χώρα εξακολουθεί να υστερεί. Ο επισκέπτης αξιολογεί τον προορισμό συνολικά: δρόμους, διαχείριση απορριμμάτων, νερό, ενέργεια, καθαριότητα, κυκλοφορία, αισθητική. Οταν αυτό το πλαίσιο δεν υποστηρίζεται επαρκώς, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική αναβάθμιση. Και εδώ αναδεικνύεται η βασική αντίφαση: η Πολιτεία δείχνει τον δρόμο της αναβάθμισης, αλλά οι επενδύσεις σε υποδομές παραμένουν ανεπαρκείς, καθυστερημένες ή χωρίς στόχο.
Για το μέλλον, παρατηρείται μια στρέβλωση στη συζήτηση για τη λεγόμενη αναβάθμιση του ελληνικού τουρισμού. Η αύξηση της αξίας ανά επισκέπτη είναι σωστός στόχος, αλλά η πλειονότητα των καταλυμάτων δεν είναι και ούτε πρόκειται να γίνει πεντάστερη. Αυτό δεν συνιστά αδυναμία, αλλά αντικατοπτρίζει τη δομή της αγοράς. Ο τουρισμός λειτουργεί ως οικοσύστημα, με διαφορετικά μεγέθη, κατηγορίες και προορισμούς. Η επιδίωξη αύξησης της αξίας χωρίς σαφή απάντηση στο ποιος και πώς θα χρηματοδοτήσει την αναβάθμιση παραμένει σε μεγάλο βαθμό θεωρητική.
Η ελληνική οικονομία βασίζεται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων είναι αποκλεισμένες από τη χρηματοδότηση και αν ληφθεί υπόψη ότι τα 3/4 του ξενοδοχειακού δυναμικού δεν έχουν πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, καμία στρατηγική δεν μπορεί να είναι εφαρμόσιμη. Δεν υπάρχει μαγικό ραβδί. Δεν μπορούμε να σχεδιάζουμε έναν τουρισμό που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές δυνατότητες της χώρας. Τα οράματα είναι απαραίτητα, αλλά μόνο όταν πατούν σε ρεαλιστική βάση», επισημαίνει ο κ. Χατζής.
ΠΗΓΗ: newmoney.gr




