
Την πλήρη έλλειψη σχεδίου της Κυβέρνησης στον τομέα των μεταφορών ανέδειξε ο Βουλευτής Δωδεκανήσου του ΠΑΣΟΚ και υπεύθυνος του Κοινοβουλευτικού Τομέα Ανάπτυξης του Κόμματος, Γιώργος Νικητιάδης, κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών για τις μεταφορές, τον τεχνικό έλεγχο και την ηλεκτροκίνηση, ασκώντας ιδιαίτερα αιχμηρή κριτική στις ρυθμίσεις που αφορούν τον κλάδο των ταξί και προειδοποιώντας για σοβαρές συνέπειες σε βάρος των επαγγελματιών και της νησιωτικής οικονομίας. Ο Βουλευτής Δωδεκανήσου σημείωσε ότι καμία νομοθετική παρέμβαση για τις συγκοινωνίες δεν μπορεί να αποδώσει, εφόσον δεν αποτελεί μέρος ενός συνολικού στρατηγικού σχεδίου για το οδικό δίκτυο και τις μεταφορές της χώρας. Όπως επισήμανε, η Κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει καμία ολοκληρωμένη μελέτη και φέρνει ακόμη ένα νομοσχέδιο αποσπασματικών διατάξεων, χωρίς συνοχή, χωρίς σαφή κατεύθυνση και χωρίς πραγματική προετοιμασία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Γιώργος Νικητιάδης στο ζήτημα της ηλεκτροκίνησης, και κυρίως στην επιχειρούμενη εφαρμογή της στα ταξί. Ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος όπως και το ΠΑΣΟΚ είναι υπέρ της ηλεκτροκίνησης, τονίζοντας όμως ότι άλλο πράγμα είναι η τεχνολογική πρόοδος και άλλο η βεβιασμένη επιβολή μέτρων χωρίς τις απαραίτητες υποδομές. Για να αναδείξει το μέγεθος του προβλήματος, αναφέρθηκε ακόμη και στην κατάσταση που επικρατεί στη Βουλή, όπου οι διαθέσιμοι φορτιστές δεν επαρκούν, ενώ δύο από τους πέντε παραμένουν εκτός λειτουργίας. Όπως υπογράμμισε, όταν η ίδια η Πολιτεία δεν μπορεί να εξασφαλίσει στοιχειώδεις συνθήκες φόρτισης, δεν μπορεί να απαιτεί από έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο να προσαρμοστεί άμεσα σε ένα νέο πρότυπο λειτουργίας.
Ο κ. Νικητιάδης στάθηκε ιδιαιτέρως στην καθημερινότητα των οδηγών ταξί, επισημαίνοντας ότι η αυτονομία ενός ηλεκτρικού οχήματος επαγγελματικής χρήσης μπορεί να εξαντλείται μέσα σε μία βάρδια, ενώ ο απαιτούμενος χρόνος φόρτισης καθιστά εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τη συνέχιση της εργασίας σε δεύτερη βάρδια. Όπως τόνισε, η Κυβέρνηση κινδυνεύει να οδηγήσει έναν ολόκληρο κλάδο βιοπαλαιστών σε αδιέξοδο, αυξάνοντας την ανασφάλεια και το λειτουργικό κόστος, αντί να στηρίξει μια ομαλή και ρεαλιστική μετάβαση. Υπογράμμισε μάλιστα ότι οι επαγγελματίες του ταξί δεν αρνούνται την ηλεκτροκίνηση, ζητούν όμως πρώτα να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να εφαρμοστεί στην πράξη και όχι στα χαρτιά. Παραλλήλως άσκησε έντονη κριτική στο γεγονός ότι κρίσιμα ζητήματα για τη λειτουργία της αγοράς και ειδικότερα για τον κλάδο των ταξί, όπως ο ελάχιστος χρόνος μίσθωσης, το ελάχιστο μίσθωμα και η προκράτηση, δεν ρυθμίζονται ευθέως από το νομοσχέδιο, αλλά παραπέμπονται σε μελλοντικές υπουργικές αποφάσεις. Όπως τόνισε, η Βουλή καλείται να ψηφίσει ένα θολό πλαίσιο, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για παρεμβάσεις που μπορούν να διαμορφώσουν την αγορά με πολιτικά και επικοινωνιακά κριτήρια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη Δωδεκάνησο, ιδίως στη Ρόδο και την Κω, όπου, όπως σημείωσε, υπάρχει διαχρονικά μια ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στα ταξί και τα μικρά λεωφορεία. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι τα ανοιχτά παράθυρα που αφήνει το νομοσχέδιο για τα ωράρια και την προκράτηση ενδέχεται να ανοίξουν τον δρόμο για την είσοδο πολυεθνικών και ισχυρών επιχειρηματικών σχημάτων, που θα πλήξουν ευθέως τους σημερινούς επαγγελματίες του ταξί και θα οδηγήσουν σε οικονομική ασφυξία και υπαλληλοποίηση πολλούς μικρούς ιδιοκτήτες και οδηγούς.
Ο κ. Νικητιάδης σχολιάζοντας τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από τον Πρωθυπουργό υπογράμμισε ότι αποτελούν δειλά βήματα, τα οποία ανακυκλώνουν τη λογική των pass και των επιδοματικών παρεμβάσεων, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση της ακρίβειας. Όπως τόνισε, το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται με πρόσκαιρες ενισχύσεις, αλλά με πραγματικές παρεμβάσεις, όπως η μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ στα καύσιμα όσο διαρκεί η κρίση.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτηση του ο κ. Νικητιάδης κάλεσε την Κυβέρνηση να εγκαταλείψει τις αποσπασματικές επιλογές και να παρουσιάσει ένα πραγματικό σχέδιο για τις μεταφορές, με υποδομές, δικαιοσύνη και σεβασμό στους επαγγελματίες, δίνοντας ιδιαίτερη προστασία στον κλάδο των ταξί, που αποτελεί κρίσιμο πυλώνα της τοπικής οικονομίας και της καθημερινής εξυπηρέτησης των πολιτών και των επισκεπτών, ιδίως στη νησιωτική Ελλάδα.



