
Άρθρο του Θανάση Βυρίνη – Μαθηματικού
Λίγες ημέρες πριν από την ανακοίνωση των βαθμολογιών των Πανελλαδικών Εξετάσεων, χιλιάδες νέοι και οι οικογένειές τους αγωνιούν για το αποτέλεσμα μιας μακράς και απαιτητικής προσπάθειας. Ωστόσο, πέρα από τις βαθμολογίες και τις βάσεις εισαγωγής, οφείλουμε να επανεξετάσουμε με νηφαλιότητα έναν θεσμό που τα τελευταία χρόνια έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις, την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ).
Η ΕΒΕ θεσπίστηκε με το επιχείρημα της αναβάθμισης των πανεπιστημιακών σπουδών. Στην πράξη όμως, έχει λειτουργήσει ως ένας πρόσθετος αποκλεισμός χιλιάδων υποψηφίων από την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Νέοι που έχουν ήδη δοκιμαστεί σε μια ιδιαίτερα απαιτητική εξεταστική διαδικασία, στερούνται ακόμη και τη δυνατότητα να δηλώσουν σχολές που επιθυμούν, παρότι πολλές από αυτές διαθέτουν κενές θέσεις.
Η πραγματικότητα του 2026 είναι διαφορετική από εκείνη που επικρατούσε πριν από λίγα χρόνια. Η ανάπτυξη μη κρατικών πανεπιστημίων, η λειτουργία των κολλεγίων, οι αυξημένες δυνατότητες σπουδών στο εξωτερικό, αλλά και η ολοένα μεγαλύτερη κινητικότητα των νέων, δημιουργούν ένα εντελώς νέο εκπαιδευτικό τοπίο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ύπαρξη της ΕΒΕ μοιάζει περισσότερο με διοικητικό εμπόδιο, παρά με ουσιαστικό μηχανισμό διασφάλισης ποιότητας.
Παράλληλα, η χώρα μας βρίσκεται αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο ίσως δημογραφικό πρόβλημα της σύγχρονης ιστορίας της. Η υπογεννητικότητα μειώνει χρόνο με τον χρόνο τον αριθμό των αποφοίτων Λυκείου. Δεν απαιτείται ιδιαίτερη διορατικότητα για να προβλέψει κανείς ότι σε λίγα χρόνια πολλές πανεπιστημιακές σχολές θα διεκδικούν φοιτητές αντί να τους επιλέγουν. Με μαθηματική ακρίβεια, οδηγούμαστε στο σημείο όπου οι προσφερόμενες θέσεις θα υπερβαίνουν σημαντικά τον αριθμό των υποψηφίων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής καθίσταται όχι απλώς περιττή, αλλά και εντελώς παράλογη.
Την ίδια στιγμή, όλο και περισσότερες πολιτικές και ακαδημαϊκές φωνές συζητούν πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο σταδιακής κατάργησης των Πανελλαδικών Εξετάσεων, τουλάχιστον με τη σημερινή τους μορφή. Αν πράγματι επιθυμούμε να κινηθούμε προς ένα πιο ανοιχτό, ευέλικτο και σύγχρονο σύστημα πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τότε η κατάργηση της ΕΒΕ αποτελεί το πρώτο και απολύτως λογικό βήμα.
Ασφαλώς, ορισμένες σχολές υψηλής ζήτησης, όπως οι Ιατρικές, οι Πολυτεχνικές ή άλλες περιζήτητες κατευθύνσεις σπουδών, θα εξακολουθήσουν να χρειάζονται διαδικασίες επιλογής. Ενδεχομένως αυτές να διατηρήσουν εξετάσεις, ή άλλες μορφές αξιολόγησης. Όμως η πλειονότητα των πανεπιστημιακών τμημάτων θα μπορούσε να είναι προσβάσιμη σε όλους τους αποφοίτους της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Προϋπόθεση για μια τέτοια μετάβαση είναι η ουσιαστική επαγγελματική καθοδήγηση των μαθητών από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Οι νέοι πρέπει να γνωρίζουν έγκαιρα τις απαιτήσεις κάθε επιστημονικού πεδίου, τις δεξιότητες που χρειάζονται, τις επαγγελματικές προοπτικές και τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς εργασίας. Η σωστή πληροφόρηση είναι πολύ αποτελεσματικότερο φίλτρο από οποιονδήποτε διοικητικό αποκλεισμό.
Εξίσου σημαντικό είναι να αντιμετωπιστεί η αυξανόμενη απαξίωση των πανεπιστημιακών σπουδών. Όταν πτυχία πολλών ετών δεν συνοδεύονται από αντίστοιχες επαγγελματικές προοπτικές και αξιοπρεπείς απολαβές, οι νέοι εύλογα αναζητούν άλλες διαδρομές. Τα πανεπιστημιακά τμήματα οφείλουν να εκσυγχρονίσουν τα προγράμματα σπουδών τους, να συνδεθούν με τις νέες τεχνολογίες, την τεχνητή νοημοσύνη, την πράσινη ανάπτυξη και τις ανάγκες της σύγχρονης οικονομίας.
Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να συντηρούμε πανεπιστήμια με άδειες αίθουσες, σε μια χώρα που συρρικνώνεται δημογραφικά και συνεχίζει να χάνει σημαντικό μέρος του πιο παραγωγικού και μορφωμένου ανθρώπινου δυναμικού της στο εξωτερικό. Το brain drain δεν αντιμετωπίζεται με περισσότερους αποκλεισμούς, αλλά με περισσότερες ευκαιρίες.
Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται περισσότερους νέους στα πανεπιστήμια, περισσότερες επιλογές και περισσότερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητές τους. Η κατάργηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής δεν αποτελεί υποχώρηση της ποιότητας. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαία προσαρμογή στις νέες κοινωνικές, δημογραφικές και εκπαιδευτικές συνθήκες.
Ίσως λοιπόν η επικείμενη ανακοίνωση των φετινών βαθμολογιών να αποτελέσει μια ακόμη αφορμή για να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση. Όχι για το πώς θα αποκλείουμε περισσότερους νέους, αλλά για το πώς θα τους δίνουμε περισσότερες δυνατότητες να σπουδάσουν, να δημιουργήσουν και να προσφέρουν στον τόπο τους.
Θανάσης Βυρίνης – Μαθηματικός




