ΕλλάδαΟικονομία

Κατώτατος μισθός 2026: Στο 4% συγκλίνουν οι περισσότερες εισηγήσεις – Οι «όροι» των εργοδοτών και η πρόταση της ΓΣΕΕ

Κοντά σε αύξηση της τάξης του 4% –δηλαδή περίπου 35 ευρώ– φαίνεται να συγκλίνει η πλειονότητα των εισηγήσεων που κατατέθηκαν στο πλαίσιο της θεσμοθετημένης διαδικασίας διαβούλευσης για τον κατώτατο μισθό. 

Η τελική απόφαση, ωστόσο, παραμένει πολιτική και ανήκει στην κυβέρνηση, καθώς οι προτάσεις των φορέων δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα.

Τα υπομνήματα που υποβλήθηκαν στον ΟΜΕΔ αποτυπώνουν, σύμφωνα με πληροφορίες, κοινή εκτίμηση ότι υπάρχει περιθώριο αναπροσαρμογής από την 1η Απριλίου 2026. Το εύρος των προτάσεων κινείται –ανάλογα με τον φορέα– από 2,5% έως 5%, όμως το 4% αναδεικνύεται ως το βασικό «σημείο ισορροπίας», καθώς θεωρείται ότι μπορεί να απορροφηθεί από την οικονομία χωρίς να προκαλέσει ισχυρή επιβάρυνση στο κόστος εργασίας.

Οι προτάσεις των επιστημονικών φορέων: από 2,5% έως 5%, με «κλειδί» την ανταγωνιστικότητα

Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το ΙΟΒΕ εισηγείται πιο συγκρατημένη αύξηση, στο εύρος 2,5%-3,5%. Η προσέγγιση στηρίζεται κυρίως στον πληθωρισμό και στην αναμενόμενη πορεία της παραγωγικότητας, με το σκεπτικό ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μοναδικό εργαλείο γενικευμένης ανόδου των αποδοχών σε όλη την οικονομία.

Σε αντίστοιχη γραμμή κινείται και η Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία –σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της– βλέπει περιθώριο αύξησης έως 4%, υπό την προϋπόθεση ότι ο στόχος είναι η προστασία της αγοραστικής δύναμης χωρίς να διαταραχθεί η ανταγωνιστικότητα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει, μάλιστα, στο «φαινόμενο μετάδοσης»: κάθε μία ποσοστιαία μονάδα αύξησης στον κατώτατο μισθό μεταφέρεται σε σημαντικό βαθμό και στον μέσο μισθό, επηρεάζοντας συνολικά το μισθολογικό επίπεδο. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει θετικά για τα εισοδήματα, όμως –όπως επισημαίνεται– εγκυμονεί κινδύνους αν η αναπροσαρμογή ξεφύγει από τα οικονομικά δεδομένα.

Το ΚΕΠΕ, από την πλευρά του, τοποθετεί το εύρος της αύξησης μεταξύ 3,5% και 5%, σημειώνοντας ωστόσο ότι ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα βρίσκεται ήδη σε σχετικά υψηλό επίπεδο σε σχέση με τον διάμεσο μισθό. Στο ίδιο πλαίσιο, προειδοποιεί ότι αυξήσεις πάνω από το 4% ενδέχεται να οδηγήσουν σε επιβάρυνση του μοναδιαίου κόστους εργασίας, κυρίως για τις μικρές επιχειρήσεις που διαθέτουν περιορισμένη δυνατότητα απορρόφησης αυξήσεων.

Τουρισμός: Το ΙΝΣΕΤΕ προτείνει 4% και κατώτατο κοντά στα 915 ευρώ

Στον χώρο του τουρισμού, το ΙΝΣΕΤΕ φέρεται να εισηγείται αύξηση 4%, η οποία θα οδηγούσε τον κατώτατο μισθό κοντά στα 915 ευρώ. Το επιχείρημα είναι ότι η αγορά μπορεί να αντέξει μια τέτοια αναπροσαρμογή, εφόσον δεν υπάρξει υπέρβαση που θα έπληττε δυσανάλογα τους κλάδους έντασης εργασίας.

Εργοδοτικοί φορείς: «ναι» στην αύξηση, αλλά με προϋποθέσεις

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των εργοδοτικών φορέων. Σύμφωνα με πληροφορίες, οργανώσεις όπως η ΓΣΕΒΕΕ, η ΕΣΕΕ και ο ΣΒΕ αποδέχονται κατ’ αρχήν την ανάγκη αύξησης, θέτοντας όμως συγκεκριμένους όρους.

Κοινός παρονομαστής είναι ότι η αναπροσαρμογή θα πρέπει να συνδέεται με δύο βασικές μεταβλητές: την παραγωγικότητα και τον πληθωρισμό. Παράλληλα, οι εργοδοτικές οργανώσεις επιμένουν ότι απαιτούνται αντισταθμιστικά μέτρα, ώστε να μη διογκωθεί περαιτέρω το μη μισθολογικό κόστος (εισφορές, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις).

Η ΓΣΒΕΕ ζητά η αύξηση να συνοδευτεί από δέσμη παρεμβάσεων, όπως:

  • μείωση του μη μισθολογικού κόστους
  • κατάργηση του τέλους επιτηδεύματομείωση της προκαταβολής φόροαποσύνδεση του κατώτατου μισθού από την τεκμαρτή φορολόγηση

Η ΕΣΕΕ εμφανίζεται να αποδέχεται αύξηση μέχρι το επίπεδο που «δικαιολογείται» από πληθωρισμό και παραγωγικότητα –δηλαδή κοντά στο 4%– και παράλληλα επαναφέρει την πρόταση για επαναφορά της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Ο ΣΒΕ, τέλος, κάνει λόγο για λελογισμένη αύξηση, ζητώντας ταυτόχρονα:

  • φοροελαφρύνσεις
  • μείωση εισφορών
  • παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος

Κι αυτο, ώστε η αναπροσαρμογή να μη μετατραπεί σε πρόσθετο βάρος για την ανταγωνιστικότητα και τις θέσεις εργασίας.

Η διαφοροποίηση της ΓΣΕΕ: στόχος ο «μισθός αξιοπρεπούς διαβίωσης»

Στον αντίποδα των εργοδοτικών προσεγγίσεων, η ΓΣΕΕ –η οποία συμμετέχει φέτος στη διαδικασία– προτείνει σαφώς υψηλότερη αναπροσαρμογή, με βασικό στόχο ο κατώτατος μισθός να πλησιάσει επίπεδο «αξιοπρεπούς διαβίωσης».

Στην πράξη, η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε κατώτατο μισθό κοντά στα 1.052 ευρώ έως το 2027.

Παράλληλα, το ΙΝΕ της ΓΣΕΕ δεν καταθέτει συγκεκριμένο ποσοστό αύξησης, αλλά θέτει ως σημείο αναφοράς τον λεγόμενο κατώτατο μισθό αξιοπρεπούς διαβίωσης, τον οποίο εκτιμά στα 1.052 ευρώ μεικτά για το 2026. Το ΙΝΕ υποστηρίζει ότι ο τρόπος προσαρμογής προς αυτό το επίπεδο θα έπρεπε να αποτελέσει αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης και όχι αποκλειστικά κυβερνητικής απόφασης.

Στο επόμενο στάδιο, οι προτάσεις κωδικοποιούνται και διαβιβάζονται στο υπουργείο Εργασίας. Τον τελικό λόγο έχει η κυβέρνηση και ειδικότερα η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, η οποία έχει επαναλάβει ότι παραμένει ενεργή η δέσμευση για κατώτατο μισθό 950 ευρώ έως το 2027.

Το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν η κυβέρνηση θα κινηθεί προς την «ασφαλή» λύση του 4% –η οποία φαίνεται να συγκεντρώνει τις περισσότερες εισηγήσεις– ή αν θα επιδιώξει μια πιο επιθετική αναπροσαρμογή, με στόχο την ταχύτερη προσέγγιση των 950 ευρώ πριν το τέλος της τετραετίας.

ΠΗΓΗ:tornosnews Θοδωρής Βγενής

Related Articles

Back to top button