ΡόδοςΤοπικές ειδήσεις

Αθώοι λόγω αμφιβολιών οι 4 κατηγορούμενοι για την περιφορά Επιταφίου στον Αρχάγγελο εν μέσω καραντίνας

Από: Δαμιανός Αθανασίου

Μια νυχτερινή περιφορά Επιταφίου στα στενά του Αρχαγγέλου, την περίοδο που η χώρα βρισκόταν σε πλήρη καραντίνα, επέστρεψε για χρόνια στο προσκήνιο ως σύμβολο μιας εποχής φόβου, περιορισμών και κοινωνικής τριβής. Το γεγονός, που καταγράφηκε σε βίντεο και πυροδότησε έντονες αντιδράσεις ήδη από τον Απρίλιο του 2020, έφτασε μέχρι το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, όπου χθες οι 4 κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι λόγω αμφιβολιών.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε συνέχεια της πορείας μιας υπόθεσης που συγκέντρωσε ενδιαφέρον, όχι μόνο για το ποινικό της σκέλος αλλά κυρίως για το κοινωνικό αποτύπωμα που άφησε.
Το περιστατικό που άναψε τη σπίθα μέσα στην καραντίνα
Σύμφωνα με όσα είχαν τεθεί υπό δικαστική κρίση, η περιφορά έγινε τη νύχτα προς ξημερώματα, στις 18 Απριλίου 2020, με ώρα αναφοράς περίπου 03:00 π.μ., ενώ υπήρξαν αναφορές ότι η κίνηση της πομπής είχε ξεκινήσει νωρίτερα, περίπου στις 02:00. Στο βίντεο διακρίνονται δεκάδες άτομα να ακολουθούν την πομπή στα σοκάκια του παλαιού οικισμού, χωρίς την παρουσία ή συμμετοχή ιερέα, σε μια περίοδο που οι μετακινήσεις ήταν αυστηρά περιορισμένες και η δημόσια συζήτηση κυριαρχούνταν από την απειλή της διασποράς του κορωνοϊού.
Το στοιχείο που έδωσε στην υπόθεση ιδιαίτερη βαρύτητα ήταν η διαδικτυακή της διάσταση. Καταγράφηκαν αναρτήσεις βίντεο στο Facebook, τις πρώτες πρωινές ώρες, με αναφορά ότι έγιναν περίπου στις 04:00, κάτι που λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής της προβολής του γεγονότος και άνοιξε δεύτερο μέτωπο, αυτό της δημόσιας επιρροής και του μηνύματος που εξέπεμπε η δημοσιοποίηση.
Ποιοι κάθισαν στο εδώλιο και  τι τους αποδόθηκε
Στο εδώλιο βρέθηκαν 4 Έλληνες κάτοικοι της περιοχής, ηλικίας 42, 45, 47 και 52 ετών. Οι 3 πρώτοι αντιμετώπιζαν κατηγορίες που συνδέθηκαν με παραβίαση των περιοριστικών μέτρων που ίσχυαν την περίοδο εκείνη. Παράλληλα, ο 52χρονος, ιδιοκτήτης ραδιοφωνικού σταθμού και δημοσιογράφος, βρέθηκε αντιμέτωπος με βαρύτερη αξιολόγηση της εμπλοκής του, επειδή ανέβασε στο Facebook βίντεο από την περιφορά, μαζί με συνοδευτικό μήνυμα που ερμηνεύτηκε ως αμφισβήτηση των μέτρων και ως δημόσια ώθηση προς απείθεια.
Η δικογραφία, όπως είχε περιγραφεί, κινήθηκε και προς την κατεύθυνση αναζήτησης αγνώστων συμμετεχόντων που εμφανίζονται στο υλικό, γεγονός που δείχνει ότι η υπόθεση αντιμετωπίστηκε όχι ως ένα μεμονωμένο επεισόδιο 4 προσώπων, αλλά ως εικόνα μιας συλλογικής κίνησης που ξεπέρασε κατά πολύ τους κατηγορούμενους.
Η πρωτόδικη καταδίκη και η διαφορετική  βαρύτητα που αποδόθηκε
Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε καταδικάσει τους 3 πρώτους σε ποινή φυλάκισης 6 μηνών και χρηματικό πρόστιμο 600 ευρώ. Στον 52χρονο είχε επιβληθεί επίσης ποινή φυλάκισης 6 μηνών, με τη συλλογιστική ότι η διαδικτυακή ανάρτηση, πέρα από την καταγραφή του γεγονότος, μπορούσε να εκληφθεί ως πράξη με ευρύτερη επίδραση, καθώς διαμόρφωνε κλίμα και έδινε δημόσιο τόνο αμφισβήτησης σε μια περίοδο όπου η κοινωνία λειτουργούσε υπό καθεστώς έκτακτης εγρήγορσης.
Η πρωτόδικη απόφαση, πέρα από τις ποινές, καθρέφτιζε την τότε συγκυρία. Την άνοιξη του 2020 οι θεσμοί προσπαθούσαν να επιβάλουν καθολική συμμόρφωση, ενώ μεγάλο μέρος της κοινωνίας βίωνε για πρώτη φορά τέτοιας έντασης περιορισμούς. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε εικόνα συνάθροισης μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση, κάθε δημόσια ανάρτηση μπορούσε να ερμηνευτεί ως παρακίνηση, ακόμη και όταν ο ισχυρισμός ήταν ότι πρόκειται για απλή καταγραφή.
Οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων και το θρησκευτικό  στοιχείο
Οι κατηγορούμενοι υποστήριξαν ότι έδρασαν με αυθορμητισμό και από θρησκευτικό καθήκον. Από τη δική τους οπτική, δεν επρόκειτο για πολιτική διαμαρτυρία ή οργανωμένη αμφισβήτηση της πολιτείας, αλλά για μια κίνηση που εντασσόταν στο εθιμικό και συναισθηματικό βάρος της Μεγάλης Εβδομάδας. Υπήρξαν περιγραφές ότι υπήρχε προφορική ενημέρωση μεταξύ κατοίκων, ότι συμμετείχε μεγάλος αριθμός ανθρώπων, ακόμη και περίπου 300 κατά την εκτίμηση που ειπώθηκε, και ότι στην πομπή ακούγονταν εγκώμια από παιδιά και ενήλικες, χωρίς οργανωμένη εκκλησιαστική παρουσία.
Ο 52χρονος υποστήριξε ότι δεν συμμετείχε στην περιφορά και ότι το μόνο που έκανε ήταν να αναρτήσει υλικό που του εστάλη, το οποίο αργότερα κατέβασε όταν αντιλήφθηκε τη διάσταση που έλαβε το θέμα. Υποστήριξε επίσης ότι δεν ήταν απέναντι στα μέτρα και ότι είχε δημοσίως στηρίξει την τήρησή τους μέσα από το πλαίσιο λειτουργίας του μέσου του, επιχειρώντας να παρουσιάσει την πράξη ως δημοσιογραφική κάλυψη και όχι ως κάλεσμα.
Στο υλικό που αποτέλεσε βάση της διερεύνησης, έγινε αναφορά ότι αστυνομικός αναγνώρισε ανεπιφύλακτα 2 από τους συμμετέχοντες, συγκεκριμένα τον 45χρονο και τον 47χρονο, ενώ περιγράφηκε ότι ο 45χρονος προηγείτο υψώνοντας ελληνική σημαία και ο 47χρονος σήκωνε τον Επιτάφιο μαζί με άλλα άτομα αγνώστων στοιχείων. Τα συγκεκριμένα στοιχεία αποτέλεσαν κρίσιμους κόμβους της υπόθεσης, καθώς επιχειρούσαν να συνδέσουν πρόσωπα με ρόλους μέσα στο συμβάν.
Χθες, το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου έκρινε τους κατηγορούμενους αθώους λόγω αμφιβολιών. Η διατύπωση αυτή, που στην ουσία σημαίνει ότι το δικαστήριο δεν πείστηκε πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία για την πλήρη στοιχειοθέτηση των αποδιδόμενων πράξεων, λειτουργεί ως καθοριστικό κλείσιμο μιας μακράς διαδρομής από την κορύφωση της πανδημίας έως σήμερα.
Η υπόθεση της περιφοράς στον Αρχάγγελο δεν ήταν ποτέ ένα απλό δικαστικό επεισόδιο. Ήταν μια συμπύκνωση του διλήμματος που βίωσαν πολλές κοινωνίες την περίοδο της πανδημίας, όπου η προστασία της δημόσιας υγείας απαιτούσε περιορισμούς που άγγιζαν την καρδιά της κοινωνικής ζωής, από την εργασία και την εκπαίδευση μέχρι τη λατρεία και τα έθιμα.

 Πηγή:www.dimokratiki.gr

Related Articles

Back to top button